Εξαγωγή DNA από έντομα που είχαν παγιδευτεί σε ρετσίνι δέντρου

Εξαγωγή DNA από έντομα που είχαν παγιδευτεί σε ρετσίνι δέντρου H ιδέα της χρήσης DNA που είχε αντληθεί από πανάρχαια απολιθώματα έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στον κινηματογράφο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «Jurassic Park», όπου οι δεινόσαυροι αναδημιουργούνται χάρη σε DNA που έχει εξαχθεί από κουνούπια τα οποία είχαν παγιδευτεί σε κεχριμπάρι. Στην πραγματικότητα βέβαια η διαδικασία είναι πάρα πολύ δύσκολη: Σε όλες τις μελέτες όπου επιστήμονες πήραν δείγματα DNA από έντομα που είχαν παγιδευτεί σε ρετσίνι δέντρου, η αξιοποίησή τους δεν ήταν δυνατή- ωστόσο διεθνής έρευνα της οποίας ηγήθηκαν επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Βόννης έδειξε πως είναι δυνατός ο εντοπισμός και η ανάκτηση DNA από σκαθάρια αμβροσίας που είχαν παγιδευτεί σε ρετσίνι σχετικά πρόσφατα (δηλαδή πριν από λιγότερο από επτά έτη). Η σχετική έρευνα δημοσιεύτηκε στο PLOS ONE.

Χρησιμοποιώντας αρχαίο DNA, οι επιστήμονες μπορούν να βγάζουν συμπεράσματα σχετικά με αρχαίες περιόδους και τους οργανισμούς που ζούσαν τότε. Η χρήση οργανισμών παγιδευμένων σε ρετσίνι ωστόσο δεν θεωρείτο δυνατή, μετά από αποτυχίες σε έρευνες για DNA σε δείγματα ηλικίας μερικών χιλιάδων ετών.

«Τα νέα μας αποτελέσματα δείχνουν πως είναι όντως δυνατό να μελετηθούν γενετικά οργανισμοί που είχαν ενσωματωθεί σε ρετσίνι, αν και δεν γνωρίζουμε ακόμα το χρονικό όριο» τονίζει ο επικεφαλής της έρευνας, Dr. Ντέιβιντ Πέρις του Ινστιτούτου Γεωεπιστημών και Μετεωρολογίας του Πανεπιστημίου της Βόννης. Απώτερος στόχος των επιστημόνων είναι να εξακριβωθούν βήμα προς βήμα οι θεμελιώδεις πτυχές της συντήρησης DNA στο ρετσίνι και η εξακρίβωση του πραγματικού χρονικού ορίου εντός του οποίου διατηρείται το DNA στο ρετσίνι.

«Αντί να ψάχνουμε DNA σε κεχριμπάρι ηλικίας 100 εκατ. ετών και άνω, για να ονειρευόμαστε την ανάσταση των δεινοσαύρων, θα έπρεπε να αρχίσουμε βρίσκοντάς το σε έντομα που παγιδεύτηκαν πριν λίγα χρόνια σε ρετσίνι» τονίζει ο Πέρις.

Τα εν λόγω δείγματα ήταν ηλικίας έξι και δύο ετών και προέρχονταν από τη Μαδαγασκάρη. Για τον εντοπισμό του DNA οι επιστήμονες δημιούργησαν μια μέθοδο η οποία βασίζεται σε μια τεχνική ονόματι αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης, που καθιστά δυνατό τον πολλαπλασιασμό γενετικού υλικού σε έναν δοκιμαστικό σωλήνα. Αυτή η μέθοδος είναι γνωστή στην εγκληματολογία και πρόσφατα έγινε γνωστή ως η βασική τεχνολογία για τον εντοπισμό του νέου κορωνοϊού. «Η μέθοδος αυτή μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε αρκετούς ελέγχους επαλήθευσης, έτσι ώστε να μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως το DNA που εντοπίστηκε στα πειράματά μας ήταν όντως από τα σκαθάρια που συντηρήθηκαν στο ρετσίνι» είπε άλλη μια εκ των ερευνητών, η Κάθριν Γιάνσεν.

Αξίζει να σημειωθεί πως οι ερευνητές διαπίστωσαν επίσης πως το νερό αποθηκεύεται στα δείγματα για περισσότερο χρόνο από ό,τι πιστευόταν στο παρελθόν, κάτι που έχει αρνητική επίδραση στη σταθερότητα του DNA. Στο μέλλον οι επιστήμονες σχεδιάζουν να αναλύσουν σταδιακά παλαιότερα δείγματα, με πιο ευαίσθητες, νέας γενιάς μεθόδους αλληλούχισης DNA.

Κοινοποιήστε το!
FacebookTwitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: